=======================================================================
To ασήμαντο... που έγινε σημαντικό από τον Κων/νο
Τι θάματα αλήθεια είναι το μάτι, το αυτί, το μυαλό
του παιδιού, πως ρουφούν αχόρταγα τον κόσμο τούτο και γεμίζουν! Ένα πουλί με
κόκκινες, πράσινες, κίτρινες φτερούγες, ο κόσμος, και πως το κυνηγάει το
παιδί να το πιάσει!
Αληθινά, τίποτα δεν μοιάζει περισσότερο με το μάτι του Θεού όσο το μάτι του
παιδιού, που, για πρώτη φορά, βλέπει και δημιουργεί τον κόσμο. Χάος ήταν
πρωτύτερα ο κόσμος, τα πλάσματα όλα, ζώα, δέντρα, άνθρωποι, πέτρες, έρρεαν
αξεδιάλυτα μπροστά από το μάτι του παιδιού, όχι μπροστά του, μέσα του, όλα,
σχήματα, χρώματα, φωνές, μυρωδιές, αστραπές, και δεν μπορούσε να τα
στερεώσει, να βάλει τάξη. Ο κόσμος του παιδιού δεν είναι καμωμένος από λάσπη
ν’ αντέχει, είναι από σύννεφο, δροσερό αεράκι φυσούσε από τα μελίγγια του
παιδιού κι ο κόσμος πύκνωνε, αραίωνε κι αφανίζονταν. Όμοια, πριν από τη
Δημιουργία, θα περνούσε και από το μάτι του Θεού το χάος.
Το ασήμαντο αυτό ξεσκεπάζει ολάκερη μέθοδο που αντικρίζω την
πραγματικότητα.
Ο φοβητσιάρης νους τρέμει μην ξεστομίσει καμιά ανοησία και πληγωθεί η
αξιοπρέπειά του, με άναντρη, φρόνιμη αοριστολογία ονοματίζει ό,τι είναι
ανίκανος να ξεδιαλύνει. Φωνάζει, εξηγάει, αποδείχνει, διαμαρτύρεται, μα μια
φωνή μέσα μου σηκώνεται: «Σώπα, μυαλό, ν’ ακούσουμε την καρδιά», του φωνάζει.
Ποια καρδιά; την ουσία της ζωής, την παραφροσύνη.
Κι η καρδιά αρχίζει και κελαηδάει.
Δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε την πραγματικότητα, ας αλλάξουμε τότε το μάτι που
βλέπει την πραγματικότητα. Αυτό έκανα όταν ήμουν παιδί, αυτό κάνω και τώρα.
================================================================================
Από την "Αναφορά στον Γκρέκο" του Ν. Καζαντζάκη
Tι ευτυχία να μπορούσε ο Έλληνας να σεριανίζει στην Ελλάδα χωρίς ν’
ακούει φωνές, θυμωμένες, αυστηρές, από τα χώματα! Για έναν Έλληνα όμως το
ταξίδι στην Ελλάδα καταντάει γοητευτικό κι εξαντλητικό μαρτύριο. Στέκεσαι σε
μια πατημασιά ελληνικής γης και σε κυριεύει αγωνία: Μνήμα βαθύ, πατωσιές
πατωσιές οι νεκροί, κι ανεβαίνουν παράταιρες φωνές και σε κράζουν, γιατί ό,
τι μένει από το νεκρό, αθάνατο, είναι η φωνή του. Ποια απ’ όλες τις φωνές να
διαλέξεις; Κάθε φωνή και ψυχή, κάθε ψυχή λαχταρίζει ένα σώμα δικό της, κι η
καρδιά σου ακούει, ταράζεται και διστάζει να πάρει απόφαση, γιατί συχνά οι
πιο αγαπημένες ψυχές δεν είναι πάντα κι οι πιο άξιες.
Όταν ένας Έλληνας ταξιδεύει στην Ελλάδα, το ταξίδι του μοιραία μετατρέπεται
σ’ επίπονη αναζήτηση του χρέους. Πώς να γίνουμε κι εμείς άξιοι των προγόνων,
πώς να τη συνεχίσουμε, χωρίς να την ντροπιάσουμε, την παράδοση της ράτσας
μας; Μια αυστηρή ασίγαστη ευθύνη βαραίνει τους ώμους σου, βαραίνει τους
ώμους όλων των ζωντανών Ελλήνων. Ακαταμάχητη μαγική δύναμη έχει το όνομα.
Όποιος γεννήθηκε στην Ελλάδα έχει το χρέος να συνεχίσει τον αιώνιο ελληνικό
θρύλο.
Ένα ελληνικό τοπίο δε δίνει σ’ εμάς τους Έλληνες μιαν αφιλόκερδη ανατριχίλα
ωραιότητας. Έχει ένα όνομα το τοπίο – το λένε Μαραθώνα, Σαλαμίνα, Ολυμπία,
Θερμοπύλες, Μυστρά – συνδέεται με μιαν ανάμνηση, εδώ ντροπιαστήκαμε, εκεί
δοξαστήκαμε, και μονομιάς το τοπίο μετουσιώνεται σε πολυδάκρυτη, πολυπλάνητη
ιστορία. Κι όλη η ψυχή του Έλληνα προσκυνητή αναστατώνεται. Το κάθε ελληνικό
τοπίο είναι τόσο ποτισμένο από ευτυχίες και δυστυχίες με παγκόσμιο
αντίχτυπο, τόσο γεμάτο ανθρώπινο αγώνα, που υψώνεται σε μάθημα αυστηρό και
δεν μπορείς να του ξεφύγεις. Γίνεται κραυγή, και χρέος έχεις να την
ακούσεις.
Αληθινά τραγική είναι η θέση της Ελλάδας. Βαριά πολύ η ευθύνη του σημερινού
Έλληνα. Απιθώνει στους ώμους μας επικίνδυνο, δυσκολοεκτέλεστο χρέος.
Καινούριες δυνάμεις ανεβαίνουν από την Ανατολή, καινούριες από τη Δύση, κι η
Ελλάδα, ανάμεσα πάντα στις δυο συγκρουόμενες ορμές, γίνεται πάλι στρόβιλος.
Η Δύση, ακολουθώντας την παράδοση της λογικής και της
έρευνας, ορμάει να καταχτήσει τον κόσμο, κι η Ελλάδα, ανάμεσά τους,
γεωγραφικό και ψυχικό σταυροδρόμι του κόσμου, χρέος έχει πάλι να φιλιώσει
τις δυο τούτες τεράστιες ορμές, βρίσκοντας τη σύνθεση. Θα μπορέσει;
Ιερή, πικρότατη μοίρα. Το τέλος της περιοδείας μου στην Ελλάδα γέμισε
τραγικά αναπάντητα ρωτήματα. Από την ομορφιά φτάσαμε στις σύγχρονες αγωνίες
και στο σημερινό χρέος της Ελλάδας. Ένας ζωντανός άνθρωπος σήμερα που νοεί
κι αγαπάει κι αγωνίζεται δεν μπορεί να σεριανίζει πια και να χαίρεται
αμέριμνα την ωραιότητα. Σήμερα η αγωνία μεταδίδεται σαν πυρκαγιά, και καμιά
πυρασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να σε ασφαλίσει. Αγωνίζεσαι και καίγεσαι
μαζί με όλη την ανθρωπότητα. Κι απάνω απ’ όλους αγωνίζεται και καίγεται η
Ελλάδα, αυτή είναι η μοίρα της.
Έκλεισε ο κύκλος. Γέμισαν τα μάτια μου Ελλάδα. Ωρίμασε, μου φαίνεται, μέσα
στους τρεις μήνες αυτούς ο νους. Ποια
είναι τα πιο πολύτιμα λάφυρα της πνευματικής μου ετούτης εκστρατείας;
Τούτα θαρρώ: Είδα καθαρότερα την ιστορική
αποστολή της Ελλάδας ανάμεσα Ανατολής και Δύσης. Είδα πως ο ανώτατος άθλος
της είναι όχι η ομορφιά παρά ο αγώνας για την ελευθερία. Ένιωσα βαθύτερα την
τραγική μοίρα της Ελλάδας και πόσο βαρύ το χρέος του Έλληνα.
Θαρρώ, ευτύς μετά το προσκύνημά μου στην Ελλάδα, ήμουν ώριμος να μπω στην
αντρική ηλικία.
Και δεν ήταν η Ομορφιά που πήγαινε
μπροστά και μ’ έμπαζε στον αντρωνίτη.
Ήταν
η Ευθύνη.
Τον πικρό αυτό καρπό κρατούσα όταν γύρισα, ύστερα από την τρίμηνη πορεία,
και μπήκα στο πατρικό σπίτι.
================================================================================
ΤΙ ΤΗΝΙΚΑΔΕ ΑΦΙΞΑΙ...
Μια Φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου' ένα πύρινο πουλί, πηδάει από κλαρί
σε κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει: «Δεν μπορώ να σταθώ, δεν
μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει!»
Δέντρο φωτιά γίνεται ολομεμιάς το Σύμπαντο. Ανάμεσα από τους καπνούς κι
από τις φλόγες, αναπαμένος στην κορυφή της πυρκαγιάς, κρατώ αμόλευτο,
δροσερό, γαλήνιο, τον καρπό της φωτιάς, το Φως.
Εγώ, ράτσα, άνθρωποι, γης, θεωρία και πράξη, Θεός, φαντάσματα από χώμα
και μυαλό, καλά για τις απλοϊκές καρδιές που φοβούνται, καλά για τις
ανεμογγάστρωτες ψυχές που θαρρούν πως γεννούνε.
Από που ερχόμαστε; Που πηγαίνουμε; Τι νόημα έχει τούτη η ζωή; φωνάζουν
οι καρδιές, ρωτούν οι κεφαλές, χτυπώντας το χάος.
Μια γλώσσα πύρινη είναι η ψυχή κι αγλείφει και μάχεται να πυρπολήσει τον
κατασκότεινο όγκο του κόσμου. Μια μέρα όλο το Σύμπαντο θα γίνει πυρκαγιά.
Πώς μπορείς να φτάσεις στο σπλάχνο της άβυσσος και να την καρπίσεις;
Αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί, δεν μπορεί να στριμωχτεί σε λόγια, να
υποταχτεί σε νόμους καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα
ελεύτερος.
Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν' ανοίξει δρόμο.
Δρόμος ν' ανοιχτεί δεν υπάρχει.
Καθένας, ανεβαίνοντας απάνω από τη δική του κεφαλή, ξεφεύγει από το
μικρό, όλο απορίες μυαλό του.
==============================================================================
Πάμε, είπες....
Μια φλόγα διαπερνάει τις πέτρες, τους ανθρώπους, τους αγγέλους.
Αυτή θέλω να ζωγραφίσω, δε θέλω να ζωγραφίσω τη στάχτη.
Τη στιγμή που καίγονται τα πλάσματα του Θεού, τη στιγμή αυτή θέλω να
ζωγραφίσω, λίγο προτού γίνουν στάχτη. Να προφτάσω, να προφτάσω μονάχα. Γι’
αυτό με βλέπεις κι αγκομαχώ και βιάζομαι, να προφτάσω προτού γίνουν στάχτη.
Τυραννάς και σκοτώνεις τα κορμιά για να σώσεις την ψυχή τους.
-Εσύ τη λες ψυχή, εγώ τη λέω φλόγα, μου αποκρίθηκες.
-Εγώ αγαπώ τα κορμιά. Έχει και η σάρκα ένα αντιφέγγισμα ψυχής.
Έχει και η ψυχή ένα χνούδι σάρκας.
Ισορροπούν αρμονικά, ζουν μαζί, εσύ συντρίβεις την άγια ισορροπία.
-Ισορροπία θα πει ακινησία, ακινησία θα πει θάνατος.
-Μα τότε η ζωή είναι ακατάπαυτη άρνηση, αρνιέσαι ό,τι μπόρεσε, ισορροπώντας,
ν’ αντισταθεί στη φθορά, το συντρίβεις και ζητάς το αβέβαιο.
-Ζητώ το βέβαιο, σκίζω τις μάσκες, ανασηκώνω τα κρέατα, δε γίνεται, λέω,
κάτι αθάνατο υπάρχει κάτω από τα κρέατα, αυτό ζητώ, αυτό θα ζωγραφίσω. Όλα
τ’ άλλα, μάσκες, κρέατα, ομορφιές, τα χαρίζω στους Τιτσιάνους και
Τιντορέτους, με γειά χαρά τους!
-Θες να ξεπεράσεις τον Τιτσιάνο και τον Τιντορέτο; Μην ξεχνάς την κρητικιά
μαντινάδα: «Πολλά ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά και θα σου σπάσει ο κλώνος...»
Κούνησες το κεφάλι:
-Όχι, δε θέλω να ξεπεράσω κανένα.
-Είσαι περίσσια περήφανος.
-Όχι, είμαι περίσσια μόνος.
-Ο Θεός τιμωρεί την αλαζονεία και τη μοναξιά, έχε το νου σου, αγαπημένε!
Δεν αποκρίθηκες. Σβάρνισες τη ματιά σου στην υπνωμένη ακόμα πολιτεία, τα
πρώτα κοκόρια λάλησαν.
Σηκώθηκες
-Πάμε, είπες, ξημερώνει
=================================================================================
================================================================================="ΑΝΑΦΟΡΑ
"ΑΝΑΦΟΡΑ
ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ"
Από το βιβλίο του Ν.Καζαντζάκη
Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια,
τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα στο σπίτι μου, στο χώμα.
Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.
Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του μυαλού μου κρατούν
ακόμα λίγο φως στην κορφή τους, μα η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη
γης, κατεβαίνει από τον ουρανό, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το
ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει δε θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.
Ρίχνω στερνή ματιά γύρα μου, ποιόν ν’αποχαιρετίσω; τι ν’αποχαιρετίσω; τα
βουνά, τη θάλασσα, την καρπισμένη κληματαριά στο μπαλκόνι μου, την αρετή,
την αμαρτία, το δροσερό νερό; Μάταια, μάταια, κατεβαίνουν όλα ετούτα μαζί
μου στο χώμα.
Σε ποιόν να εμπιστευτώ τις χαρές και τις πίκρες μου, τις μυστικές
δονκιχώτικες λαχτάρες της νιότης, την τραχιά σύγκρουση αργότερα με το Θεό
και με τους ανθρώπους, και τέλος την άγρια περηφάνια που έχουν τα γεράματα
που καίγουνται μα αρνιούνται, ως το θάνατο, να γίνουν στάχτη; Σε ποιόν να πω
πόσες φορές σκαρφάλωνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο
ανήφορο του Θεού, γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και
ξανάρχισα ν’ανηφορίζω;
Πού να βρώ μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να
της ξομολογηθώ;
Σφίγγω ήσυχα, πονετικά, ένα σβώλο κρητικό χώμα στη φούχτα μου, το κρατούσα
το χώμα ετούτο πάντα μαζί μου, σε όλες μου τις περιπλάνησες, και στις
μεγάλες μου αγωνίες το’σφιγγα μέσα στη φούχτα μου κι έπαιρνα δύναμη, δύναμη
μεγάλη, σαν να’σφιγγα το χέρι φίλου αγαπημένου. Μα τώρα που βασίλεψε ο ήλιος
και το μεροκάματο τέλεψε, τι να την κάμω τη δύναμη; Δεν την έχω ανάγκη πια,
κρατώ το χώμα ετούτο της Κρήτης και το σφίγγω με άφραστη γλύκα, τρυφεράδα κι
ευγνωμοσύνη, σαν να σφίγγω μέσα στη φούχτα μου και ν’αποχαιρετώ το στήθος
γυναίκας αγαπημένης. Αυτό ήμουν αιώνια, αυτό θα’μια αιώνια, πέρασε
αστραπή η στιγμή που στροβιλίστηκες, άγριο χώμα της Κρήτης, κι έγινες
αγωνιζόμενος άνθρωπος.
Τι αγώνας, τι αγωνία, τι κυνηγητό του ανθρωποφάγου αόρατου θεριού, τι
επικίντυνες ουρανικές και σατανικές δυνάμες η φούχτα ετούτη το χώμα!
Ζυμώθηκε μ’αίμα, δάκρυο κι ιδρώτα, γίνηκε λάσπη, γίνηκε άνθρωπος, πήρε
τον ανήφορο, να φτάσει-που να φτάσει; Σκαρφάλωνε αγκομαχώντας το σκοτεινό
όγκο του Θεού, άπλωνε τα χέρια, έψαχνε, έψαχνε και μάχουνταν να βρει το
πρόσωπό του.
Κι όταν, τα ολοστερνά ετούτα χρόνια, απελπισμένος πια, ένιωσε πως ο
σκοτεινός αυτός όγκος δεν έχει πρόσωπο, τι καινούριος, όλο αναίδεια και
τρόμο, αγώνας να πελεκήσει την ακατέργαστη κορφή και να της δώσει πρόσωπο-το
πρόσωπό του!
Μα τώρα το μεροκάματο τέλεψε, μαζεύω τα σύνεργά μου, ας έρθουν άλλοι
σβώλοι χώματα να συνεχίσουν τον αγώνα, είμαστε, εμείς οι θνητοί, το τάγμα
των αθανάτων, κόκκινο κοράλλι το αίμα μας, και χτίζουμε απάνω στην άβυσσο
ένα νησί.
Χτίζεται ο Θεός, έβαλα κι εγώ το δικό μου κόκκινο πετραδάκι, μια στάλα αίμα,
να τον στερεώσω, να μη χαθεί, να με στερεώσει, να μη χαθώ, έκαμα το χρέος
μου.
Εχετε γειά!
Απλώνω το χέρι, φουχτώνω το μάνταλο της γής, ν’ανοίξω την πόρτα να φύγω, μα
κοντοστέκουμαι στο φωτεινό κατώφλι ακόμα λίγο, δύσκολο, δύσκολο πολύ, να
ξεκολλήσουν τα μάτια, τ’αυτιά, τα σπλάχνα από τις πέτρες και τα χόρτα το
κόσμου λες: Είμαι χορτάτος, είμαι ήσυχος, δε θέλω πια τίποτα, τέλεψα το
χρέος και φεύγω, μα η καρδιά πιάνεται από τις πέτρες κι από τα χόρτα,
αντιστέκεται, παρακαλάει:
“Στάσου ακόμα!»
Μάχουμαι να παρηγορήσω την καρδιά μου, να τη συβάσω να πει λεύτερα το ναι.
Να μη φύγουμε σαν σκλάβοι, δαρμένοι, κλαμένοι, από τη γης, παρά σαν
βασιλιάδες που έφαγαν, ήπιαν, χόρτασαν, δε θέλουν πια, και σηκώνουνται από
το τραπέζι. Μα η καρδιά χτυπάει ακόμα μέσα στα στήθια, αντιστέκεται, φωνάζει:
«Στάσου ακόμα!»
Στέκουμαι, ρίχνω στερνή ματιά στο φως, που αντιστέκεται κι αυτό, σαν την
καρδιά του ανθρώπου, και παλεύει. Σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό, έπεσε απάνω
στα χείλια μου μια χλιαρή ψιχάλα, η γης μύρισε, γλυκιά φωνή, μαυλιστικιά,
ανεβαίνει από τα χώματα: “Eλα… έλα… έλα…»
……………………………………………………………………………………….
……………………………………………………………………………………….
Με κοίταξες, κι ως με κοίταξες ένιωσα πως ο κόσμος ετούτος είναι ένα σύννεφο
φορτωμένο αστροπελέκι κι άνεμο, σύννεφο κι η ψυχή του ανθρώπου φορτωμένη
αστροπελέκι κι άνεμο, κι από πάνω φυσάει ο Θεός και σωτηρία δεν υπάρχει.
Σήκωσα τα μάτια, σε κοίταξα. Εκαμα να σου πω: «Παππού, αλήθεια δεν υπάρχει
σωτηρία;» μα η γλώσσα μου είχε κολλήσει στο λαρύγγι μου, έκαμα να σε ζυγώσω,
μα τα γόνατά μου λύγισαν.
Άπλωσες τότε το χέρι, σαν να πνίγουμουν κι ήθελες να με σώσεις.
Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου, πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες
μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα, έκαιγε. Άγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και
δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω:
-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’μου μια προσταγή.
Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου, δεν ήταν χέρι, ήταν
πολύχρωμη φωτιά, ως τις ρίζες του μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.
-Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου…
Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σαν να’βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.
Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.
-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ’μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά
προσταγή.
Κι ολομεμιάς, ως να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα,
αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες
θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια,
γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:
-Φτάσε όπου δεν μπορείς!
Πετάχτηκα τρομαγμένος από τον ύπνο, είχε πια ξημερώσει. Σηκώθηκα, ζύγωσα στο
παράθυρο, βγήκα στο μπαλκόνι με την καρπισμένη κληματαριά. Η βροχή είχε τώρα
κοπάσει, έλαμπαν οι πέτρες, γελούσαν, τα φύλλα των δέντρων ήταν φορτωμένα
δάκρυα.
-Φτάσε όπου δεν μπορείς!
Ήταν η φωνή σου, κανένας άλλος στον κόσμο δεν μπορούσε έναν τέτοιο αρσενικό
λόγο να ξεστομίσει, μονάχα εσύ, Παππού ανεχόρταγε! Δεν είσαι εσύ ο αρχηγός ο
απροσκύνητος, ο ανέλπιδος, της στρατευόμενης γενιάς μου; Δεν είμαστε εμείς
οι λαβωμένοι, οι πεινασμένοι, οι μπουμπουνοκέφαλοι, οι σιδεροκέφαλοι, που
αφήσαμε πίσω μας την καλοπέραση και τη βεβαιότητα και πας εσύ μπροστά και
κάνουμε γιουρούσι να σπάσουμε τα σύνορα;
To λαμπρότερο πρόσωπο της απελπισίας είναι ο Θεός, το λαμπρότερο πρόσωπο της
ελπίδας είναι ο Θεός, πέρα από την ελπίδα και την απελπισία, πέρα από τα
παμπάλαια σύνορα, με σπρώχνεις, Παππού. Πού με σπρώχνεις; Κοιτάζω γύρα μου,
κοιτάζω μέσα μου, η αρετή τρελάθηκε, η γεωμετρία τρελάθηκε, η ύλη τρελάθηκε,
πρέπει να’ρθει πάλι ο Νούς ο νομοθέτης, να βάλει καινούρια τάξη, καινούριους
νόμους, πιο πλούσια αρμονία να γίνει ο κόσμος.
Αυτό θες, κατά κει με σπρώχνεις, κατά κει μ’έσπρωχνες πάντα, άκουγα μέρα
νύχτα την προσταγή σου, μάχουμουν, όσο μπορούσα, να φτάσω όπου δεν μπορούσα,
αυτό είχα βάλει χρέος μου, αν έφτασα ή δεν έφτασα, εσύ θα μου πεις. Όρθιος
στέκουμαι μπροστά σου και περιμένω.
Στρατηγέ μου, τελεύει η μάχη, κάνω την αναφορά μου, να που πολέμησα, να πως
πολέμησα, λαβώθηκα, δείλιασα, μα δε λιποτάχτησα, τα δόντια μου
καταχτυπούσαν από το φόβο, μα τύλιγα σφιχτά το κούτελό μου μ’ένα κόκκινο
μαντίλι, να μην ξεκρίνουνται τα αίματα, κι έκανα γιουρούσι.
Ένα ένα μπροστά σου τα φτερά της καλιακούδας μου ψυχής θα τα μαδήσω, ωσότου
ν’απομείνει ένα σβωλαράκι χώμα κι αυτή. Θα σου πω τον αγώνα μου, ν’αλαφρώσω,
θα πετάξω από πάνω μου την αρετή, την ντροπή, την αλήθεια, ν’αλαφρώσω.
Άκουσέ το λοιπόν, Στρατηγέ, την αναφορά μου και κάμε κρίση, άκουσε, Παππού,
τη ζωή μου, και αν πολέμησα κι εγώ μαζί σου, αν λαβώθηκα χωρίς κανένας να
μάθει πως πόνεσα, αν δε γύρισα ποτέ την πλάτη μου στον οχτρό,
δώσε μου την ευκή σου!
........................ΣΚΥΒΩ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΚΙ
ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΖΩ. – οι πρόγονοί μου, από τη φύτρα του κυρού, αιμοβόροι κουρσάροι
στη θάλασσα, πολέμαρχοι στη στεριά, χωρίς φόβο μήτε ανθρώπου μήτε Θεού – από
το σόι της μάνας μου, μουντοί, αγαθοί χωριάτες, που έσκυβαν ολημερίς στη γης
μ’εμπιστοσύνη, έσπερναν, περίμεναν σίγουροι τις βροχές και τους ήλιους,
θέριζαν, και κάθουνταν το δειλινό στο πεζούλι του σπιτιού τους, σταύρωναν τα
χέρια κι είχαν τα θάρρη τους στο Θεό.
Πώς να μπορέσω να συνταιριάξω τους δυό τούτους στρατευόμενους μέσα μου
προγόνους, τη φωτιά και το χώμα;
Ένιωθα πως αυτό ήταν το χρέος μου, το μοναδικό, να φιλιώσω τα αφίλιωτα,
ν’ανεβάσω από τα νεφρά μου το πηχτό προγονικό σκοτάδι και να το κάμω, όσο
μπορώ, φως. Αυτή δεν είναι η μέθοδο του Θεού; Αυτή δεν έχουμε κι εμείς χρέος
να εφαρμόζουμε ακολουθώντας τα αχνάρια του; Μικρή αστραπή η ζωή μας, μα
προφταίνουμε.
Αλάκερο το σύμπαντο, χωρίς να το ξέρει, ακολουθάει τη μέθοδο αυτή. Το κάθε
ζωντανό είναι αργαστήρι, όπου κρυμμένος ο Θεός κατεργάζεται και μετουσιώνει
τη λάσπη. Γι’αυτό ανθούν και καρπίζουν τα δέντρα και γεννοβολούν τα ζα και
μπόρεσε ο πίθηκος να ξεπεράσει τη μοίρα του και να σταθεί στα δυό του πόδια
όρθιος. Και τώρα, πρώτη φορά απ’όταν στάθηκε ο κόσμος, ο άνθρωπος αξιώθηκε
να μπει στο αργαστήρι του Θεού και να δουλέψει μαζί του. Κι όσο πιο πολλή
σάρκα μετουσιώνει σε αγάπη, σε παλικαριά κι ελευτερία, τόσο περισσότερο
γίνεται Γιός του Θεού.
............Ζήλιες, έχτρες, εμφύλιοι πόλεμοι
σπάραζαν την Ελλάδα, δημοκρατίες, αριστοκρατίες, τυραννίες
αλληλοεξοντώνουνταν, οι κλειστές λαγκάδες, τα απομονωμένα νησιά, τα
ξεμοναχεμένα ακρογιάλια, οι μικρές ανεξάρτητες πολιτείες δημιουργούσαν έναν
πολυκέφαλο ενιαίο και αλληλομισούμενο οργανισμό, και τα πάθη έβραζαν στο
κάθε στήθος.
Και ξαφνικά, κάθε τέσσερα χρόνια, το καλοκαίρι, κήρυκες στεφανωμένοι, οι
σπονδοφόροι, ξεκινούσαν από την ιερή τούτη κοιλάδα, έτρεχαν ως τα πέρατα του
Ελληνισμού, διαλαλούσαν την ιερομηνία των αγώνων, την ανακωχή, προσκαλνώντας
φίλους κι εχτρούς στην Ολυμπία να παίξουν.
Απ’όλη την Πελοπόννησο, και τη Στερεά Ελλάδα, από τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία,
την Ηπειρο και τη Θράκη, από τα παράλια της Κυρήνης, από τη Μεγάλη Ελλάδα
και τη Σικελία, έτρεχαν αθλητές και προσκυνητές στην πανελλήνια ιερή κοιτίδα
του παιχνιδιού. Δούλοι δεν μπορούσαν να πατήσουν εδώ, μήτε εγκληματίες, μήτε
βάρβαροι, μήτε γυναίκες. Μονάχα ελεύτεροι Ελληνες.
Κανένας λαός δεν είχε κατανοήσει τόσο τέλεια την κρυφή και φανερή αξία του
παιχνιδιού. Όταν η ζωή κατορθώσει με τον καθημερινό αγώνα να νικήσει τους
εχτρούς γύρα της-φυσικές δυνάμες και θεριά, την πείνα, τη δίψα, την
αρρώστια-τυχαίνει κάποτε να της περισσεύει δύναμη. Τη δύναμη αυτή ζητάει να
τη σπαταλήσει παίζοντας.
Ο πολιτισμός αρχίζει από τη στιγμή που αρχίζει το παιχνίδι. Όσο η ζωή
μάχεται να διατηρηθεί, να προστατευτεί από τους εχτρούς της, να κρατηθεί
απάνω στη φλούδα της γης, πολιτισμός δε γεννιέται. Γεννιέται από τη στιγμή
που η ζωή ικανοποιήσει τις πρώτες ανάγκες της κι αρχίσει να χαίρεται λίγη
ανάπαψη.
Πώς να χρησιμοποιήσει την ανάπαψη αυτή, πώς να τη μοιράσει στις διάφορες
κοινωνικές τάξες, πώς να την πληθύνει και να την εξευγενίσει όσο μπορεί; Από
τη λύση που δίνει στα προβλήματα αυτά η κάθε ράτσα κι η κάθε εποχή, κρίνεται
η αξία κι η ουσία του πολιτισμού της.
...........
............................................................................................................................................................................
Οι πιο ανίδεοι λεν: το καλό και το κακό είναι οχτροί, άλλοι
ανεβαίνουν πιο πάνω ένα σκαλοπάτι και λεν: το καλό και το κακό είναι
συνεργάτες, κι άλλοι, αγκαλιάζοντας με σφαιρική ματιά το παιχνίδι της
ζωής και του θανάτου απάνω στη φλούδα ετούτη της γης, χαίρουνται την
αρμονία και λεν: καλό και κακό είναι Ένα.
...........................................................................................................................................................................
================================================================================
Το κείμενο που ακολουθεί ανήκει στο μεγάλο Καζαντζάκη (από τις συνομιλίες
του με τον Pierre Sipriot, Γαλλική Ραδιοφωνία, 1957) και το αντιγράφω
αυτούσιο από την έκδοση Απριλίου 2005 του ενημερωτικού δελτίου της Διεθνούς
Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη:
«Νιώθω, πίσω από την τραγική μοίρα του σύγχρονου ανθρώπου, την ωραία και
αιώνια φύση που δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τις εφήμερες τραγωδίες μας. Μας
καταπνίγει η αγωνία, ασφυκτιούμε, νιώθουμε, όσο ποτέ άλλοτε, την ανάγκη ν’
ανοίξουμε ένα παραθυράκι για να δούμε, σε μια γρήγορη αστραπή, τον ουρανό,
τα άστρα, τη θάλασσα, την άνοιξη: αλλά παρευθύς το παραθυράκι ξανακλείνει
και μένουμε ξανά αντιμέτωποι με τους σκοτεινούς δαίμονες που μας επιτίθενται.
Να ρίξουμε μια σύντομη και βίαιη ματιά στη φύση, ανάμεσα σε δυο κραυγές
αγώνα και αγωνίας, είναι, θαρρώ, ολοένα και περισσότερο μια απαραίτητη φυγή
προς ένα χαμένο παράδεισο. Όμως η ματιά αυτή πρέπει να είναι πολύ σύντομη,
γιατί δεν έχουμε πια καιρό να αργοπορούμε με λεπτομερείς περιγραφές.»
================================================================================
Αμαρτωλό.
Γαλατεία Καζαντζάκη.
Στη Σμύρνη Μέλπω,
Ηρώ στη Σαλονίκη,
Στο Βόλο Κατινίτσα έναν καιρό
τώρα στα Βούρλα με φωνάζουν Λέλα..
Ο τόπος μου ποιός ήταν; Ποιοί είναι οι δικοί μου;
Αν ξέρω ανάθεμα με...
Σπίτι, πατρίδα έχω τα μπορντέλα,
Ως κι οι πικροί μου χρόνοι, οι παιδικοί μου,
θολές, σβημένες ζωγραφιές,
και είναι αδειανό σεντούκι η θύμηση μου.
Το σήμερα χειρότρο από το χτές,
και τ'αύριο απ'το σήμερα θε νά' ναι.
Φιλία από στόματ'άγνωστα, βρισιές,
κι οι χωροφύλακες να με τραβολογάνε.
Γλέντια, καυγάδες, ως να φέξει,
αρρώστιες, αμφιθέατρο του Συγγρού,
κι ενέσεις 606.
Πνιγμένου καραβιού σάπιο σανίδι,
όλη η ζωή μου του χαμού/
Μ'από την κόλασή μου σου φωνάζω:
Εικόνα σου είμαι, Κοινωνία, και σου μοιάζω !!
=================================================================================
Ασκείται Εκει..
Πολεμούμε, γιατί έτσι μας αρέσει..
τραγουδούμε και ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει...
Δουλεύουμε και ας μην υπάρχει αφέντης , σα βραδυάσει, να μας πλερώσει το
μεροκάματό μας...
Δεν ξενοδουλεύουμε...
Εμεις είμαστε οι αφέντες..
Το αμπέλι τούτο της γης είναι δικό μας, σάρκα μας και αίμα μας...
Το σκάβουμε, το κλαδεύουμε, το τρυγούμε, πατούμε τα σταφύλια του, πίνουμε το
κρασί...
Τραγουδούμε και κλαίμε...
Οράματα ανηφορίζουν στην κεφαλή μας....
=========================================================================================
===================================================
Μια αστραπή η ζωή μας... μα προλαβαίνουμε (Ν.Καζαντζάκης)
===================================================

Home Ποίηση -Λογοτεχνία Λίστα Ποιητών-Στιχουργών Λίστα Τραγουδιστών
"Ερχομαστε απο μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.
Εφτύς ως γενηθούμε αρχίζει κ' η επιστροφή, ταφτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός,κάθε στιγμή πεθαίνουμε.
Γι' αυτο πολλοί διαλάλησαν:Σκοπός της ζωής ειναι ο θάνατος.
Μα κ' εφτύς ως γενηθούμε, αρχίζει κ' η προσπάθεια να δημιουργήσουμε,να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή, κάθε στιγμή γενιούμαστε.
Γι' αυτό πολλοί διαλάλησαν:Σκοπός της εφήμερης ζωής ειναι ή αθανασία.
|
Αποσπάσματα από την Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη
Πιστεύω σ' ένα θεό, ακρίτα, διγενή, στρατευμένο, πάσχοντα, |
| μεγαλοδύναμο, όχι παντοδύναμο, πολεμιστή στ' ακροτατα σύνορα, στρατηγό |
| αυτοκράτορα σε όλες τις φωτεινές δυνάμεις, τις ορατές και τις αόρατες. |
| Πιστεύω στ' αναρίθμητα, εφήμερα προσωπεία που πήρε ο θεός στους αιώνες |
| και ξεκρίνω πίσω από την άπαυτη ροή του την ακατάλυτη ενότητα. |
| Πιστεύω στον άγρυπνο βαρυν αγώνα του, που δαμάζει και καρπίζει την υλη' |
| τη ζωοδόχα πηγή φυτών, ζώων κι ανθρώπων. |
| Πιστεύω στην καρδιά του ανθρώπου, το χωματένιο αλώνι, όπου μέρα και |
| νύχτα παλεύει ο ακρίτας με το θάνατο. |
| «Βοήθεια!» κράζεις, κύριε. «βοήθεια!» κράζεις, κύριε, κι ακούω. |
| Μέσα μου οι πρόγονοι κι απόγονοι κι οι ράτσες όλες, κι όλη η γης, ακούμε |
| με τρόμο, με χαρά, την κραυγή σου. |
| Μακάριοι όσοι ακούν και χυνουνται να σε λυτρώσουν, κύριε, και λεν: «εγώ |
| και συ μοναχά υπάρχουμε.» |
| Μακάριοι όσοι σε λύτρωσαν, σμίγουν μαζί σου, κύριε, και λεν: «εγώ και συ |
| είμαστε ένα.» |
| Και τρισμακαριοι όσοι κρατούν, και δε λυγούν, απάνω στους ώμους τους, το |
| μεγα, εξαίσιο, αποτρόπαιο μυστικό: |
| Και το ένα τούτο δεν υπάρχει! |