Δεν ήξερε αν ήταν μικρόβιο ή αόρατος
κακοποιός, ή ακόμη τίποτε άλλο. Επίστευε όμως ότι ο Χρόνος
υπήρχε στο διάστημα. Είχε αρκετές αποδείξεις.
Κάποτε, σ' ένα μακρινό ταξίδι του, το βαπόρι πέρασε απ' το
λιμάνι μιας επαρχιακής πόλεως όπου είχε ζήσει μικρός. Εβγήκε
έξω, θέλοντας να θυμηθεί την παιδική του ζωή. Ήταν Κυριακή. Στην
πλατεία έπαιζε κάποια ιταλική όπερα. Ο κόσμος έκανε βόλτες ή
καθόταν στο καφενείο. Τα παιδιά, όσα δεν έτρεχαν,
παρακολουθούσαν τις κινήσεις του αρχιμουσικού. Μια μακαριότης
επλανάτο πάνω σ' όλα.Είδε το πατρικό του σπίτι. Τον κήπο. Την
ταράτσα, που ανέβαινε για ν'απλώσει τους αετούς, ή για να
κηρύξει πετροπόλεμο, δένοντας βιαστικά βιαστικά χάρτινες
σημαιούλες.
Τίποτε δεν άλλαξε. Οι καρέκλες του ζαχαροπλαστείου σε τρεις
σειρές, όπως και τότε. Ακόμα και η πλάκα που πατούσε ήταν η
ίδια. Όλα ήταν τα ίδια. Μόνο που είχαν μικρύνει. Είχαν
απελπιστικά μικρύνει. Είχαν χάσει το ένα τρίτο του όγκου τους.
Αλλά αυτό έγινε σημετρικά, κι έτσι οι άνθρωποι που κάθονταν
ακίνητοι και σιωπηλοί, σαν απόντες, γύρω στα μαρμάρινα τραπέζια,
και τα κορίτσια, πιο πέρα, με τις φωτεινές γραμμές της σιλουέτας
τους υψωμένες παράλληλα προς το νερό του αναβρυτηρίου και οι δυο
γέροι, σ' ένα μπαλκόνι, με τις θαμπές, αμφίβολες γραμμές των
χαρακτηριστικών τους, και οι μουσικοί, και ο αρχιμουσικός ακόμα,
που ενόμιζε ότι κρατούσε με τη μπαγκέτα του το Χρόνο—δεν είχαν
τίποτε αντιληφθεί. Ο Χρόνος όμωςεδούλευε ελεύθερα ανάμεσα τους,
τρώγοντας κάθε στιγμή απ' τη φτωχή τους ύπαρξη.
Έμεινε εκεί αρκετή ώρα, αφηρημένος, σα να περίμερνε τους
μικρούς του φίλους. Για να συνέλθει χρειάστηκε ένα δυνατό
σφύριγμα. Το βαπόρι έφευγε.
....................................................................................................................................
Θέλω να φύγω πια......
Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να
φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.
Σαν όνειρο να
φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να 'ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου.
Σκοτάδι τόσο εκεί
μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.
Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίησης να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.
....................................
Ξεπροβόδισμα
--
Αγάπη μου, ήσουνα παιδί• παιδί μου, είσαι άντρας τώρα•
σύρε, ακριβέ μου, στο καλό, μη σε προφτάσει η μπόρα.
-- Μάνα μου, κοίτα, ενύχτωσε• πώς να κινήσω; βρέχει•
μάνα, μια θλίψη με κρατεί και μια τρομάρα μ' έχει.
-- Παιδί μου, όλοι θα φύγουνε• κι αν μείνεις τελευταίος;
σύρε• και πάντα να 'σαι όρθιος και πάντα να 'σαι ωραίος.
-- Μάνα, ο χειμώνας ρυάζεται κ' η νύχτα αγκομαχάει•
με δένει, μάνα, μια ντροπή, κ' ένας καημός με πάει.
-- Βλέπε, παιδί μου, πάντα ομπρός. Το χτες μη σε πικραίνει.
Τώρα η ζωή σαν άλογο στην πόρτα σε προσμένει.
-- Μάνα, οι άνεμοι ρίξανε του δρόμου το πλατάνι•
με τρώει, μανούλα, η θύμηση, κι ο πόνος με δαγκάνει.
-- Παιδί μου, όλου θα φύγουνε• κι αν μείνεις τελευταίος;
σύρε• και πάντα να 'σαι ορθός και πάντα να 'σαι ωραίος.
-- Μάνα μου, κοίτα, ενύχτωσε• πώς να κινήσω; βρέχει•
μάνα, μια θλίψη με κρατεί και μια τρομάρα μ' έχει.